Αληθές ή ...Άληθες ;
cell
Στατικές σελίδες
Σύνδεσμοι


Δημήτρης Νικολακάκος, εκ...Λιαντίνης Λακωνίας ορμώμενος.
1724 αναγνώστες
Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011
16:01

                               

                                                      Προτελευταίο μάθημα ...20.05.1998

 

                             

Είναι πονηροί οι άλλοι...[ετυμολόγηση ανθρώπου] // Τα συμπτώματα της παρακμής και της κρίσης    

«Τρεις είναι σήμερα οι πληγές που πεθαίνουν την Ελλάδα, όπως η πανούκλα εσάρωνε τη Θήβα στην εποχή του ανίδεου Οιδίποδα. Οι πολιτικοί, οι δάσκαλοι, και οι δημοσιογράφοι με όλα τα ιδιωτικά Media. Πρόκειται για τρεις ορδές συφοράς, που είναι να παλουκώνεις τη μία και να πατταλεύεις την άλλη».                           

Άλλη μια απόδειξη της εύστοχης μεταφοράς του πρωτότυπου και αμίμητου στοχαστικού τρόπου του καθηγητή από τη διανόησή του στην ανθρώπινη πρακτική της ζωής (στο γάμο εν προκειμένω).

 

Πρωτοχρονιά του 1973 ο Δημήτρης Λιαντίνης περνούσε το κατώφλι της εκκλησιάς, ως γαμπρός. Καλεσμένοι στο γάμο μόνο οι πολύ στενοί συγγενείς. Λίγες μέρες αργότερα, πολλοί φίλοι του ζευγαριού έλαβαν το ακόλουθο «προσκλητήριο»:

 

                                                  

                                          

 

Τελευταία ομιλία 22.05.1998

 

«Η τελευταία μου πράξη έχει το νόημα της διαμαρτύρησης για το κακό που ετοιμάζουμε εμείς οι ενήλικοι στις αθώες νέες γενεές που έρχουνται. Ζούμε τη ζωή μας τρώγοντας τις σάρκες τους. Ένα κακό αβυσσαλέο στη φρίκη του. Η λύπη μου γι' αυτό το έγκλημα με σκοτώνει.»

 

                                                

ΥΣΤΕΡΟΛΟΓΙΟ                              

 

Τρεις αντρειωμένοι εβούλλησαν να βγούν από τον Άδη

Ένας τον Μάη θέλει να βγει κι άλλος τον Αλωνάρη

Κι ο Δήμος τ’ αγια-Δημητριού ν’ ανοίξει γιοματάρι.

Μια λυγερή τους άκουσε, γυρεύει να την πάρουν.

-Κόρη, βροντούν τ’ ασήμια σου, το φελλοκάλιγό σου,

και το χρυσά γιορντάνια σου, θα μας ακούσει ο Χάρος

 

 ...Είναι μεγάλη ιστορία να πιαστώ να σε πείσω, ότι οι νεοέλληνες από τους αρχαίους έχουμε μόνο το τομάρι που κρέμεται στο τσιγκέλι του σφαγέα. Θέλει κότσια το πράγμα. Θέλει καιρό και κόπο. Θέλει σκύψιμο μέσα μας, και σκάψιμο βαθύ. Και κυρίως αυτό: θέλει το μεγάλο πόνο.

 

(από το έβδομο κεφάλαιο της "Γκέμμα")

 Θα σε καλέσω όμως σ’ έναν απλό περίπατο. Θα κάνουμε ένα πείραμα, που λένε οι φυσικοί. Για νά `χουμε αποτέλεσμα έμπεδο. Και η γνώση που θα κερδίσουμε νά `ναι σίγουρη.

Θα επιχειρίσουμε μια στατιστική έρευνα. Θα διατρέξουμε τη χώρα απ’ άκρη σ’ άκρη. Από το χωριό Πυρσόγιαννη της Ηπείρου ως την επαρχία Βιάνου της Κρήτης. Από τη Νίψα και τις Σάππες της Θράκης ως το Παραλίμνι της Κύπρου, κι ως την άκρη το Ταίναρο.

Θα ρωτήσουμε νεοέλληνες απ’ όλες τις τάξεις και όλα τα επίπεδα. Γυναίκες και άντρες, γερόντους και παιδιά, αγράμματους και επιστήμονες, φτωχούς και πλούσιους, ακοινώνητους και αριστοκράτες, πουτάνες και καλόγριες, ξωχάρηδες και αστούς, φιλέρημους και χαροκόπους. Για νά `ναι το δείγμα μας ευρύ και πλήρες, που λένε οι γραφειοκράτες.

Όλα τούτα τα αθώα και ανυποψίαστα πλήθη θα τα ρωτήσουμε δυό τρεις ερωτήσεις από το Ελληνικό, κι άλλες τόσες από το Εβραίικο.

Στο Ελληνικό λοιπόν. Να μας ειπούν τι γνωρίζουν για την Αρχαία Ελλάδα. Ζητούμε μια γνώση σοβαρή και υποψιασμένη. Όχι φολκλόρ και γραφικότητες.

Γιατί γνώση της Ελλάδας είναι εκείνο που ξέρουμε να το ζούμε κιόλας. Όχι δηλαδή ο Ηρακλής μωρό έπνιξε τα φίδια, ότι ο Αρχιμήδης εχάραζε κύκλους στην άμμο, ούτε ταν ή επί τας, μέτρον άριστον, ο Μινώταυρος στην Κρήτη και το πιθάρι του Διογένη, ούτε αν ξέρουν πως η ψωλή του Δία εγίνηκε κεραυνός και χτύπησε τους σχιστούς λειμώνες της Ολυμπιάδας, για να γεννήσει στο Φίλιππο τον Αλέξανδρο.

Τέτοια γνώση της κλασικής Ελλάδας θά `τανε τουρισμός στην Τυνησία. Η φουστανέλα και το κόκκινο φέσι στη Μελβούρνη και στην Πέμπτη Λεωφόρο κατά τις εθνικές γιορτές. Θα ζητήσουμε γνώση ουσίας.

Να μας ειπούνε, δηλαδή, αν έχουνε ακουστά τα ονόματα Εμπεδοκλής, Αναξίμανδρος, Αριστόξενος ο Ταραντίνος, Διογένης Λαέρτιος, Αγελάδας, Λεύκιππος, Πυθαγόρας ο Ρηγίνος, Πυθέας, που στον καιρό μας αντίστοιχα σημαίνουν Αϊστάιν, Δαρβίνος, Μπετόβεν, Έγελος, Μιχαήλ Άγγελος, Μαξ Πλανκ, Ροντέν, Κολόμβος.

Να μας μιλήσουν για κάποιους όρους σειράς και βάσης, όπως σφαίρος στον Εμπεδοκλή, κενό στο Δημόκριτο, εκπύρωση στον Ηράκλειτο, μηδέν στον Παρμενίδη, κατηγορία στον Αριστοτέλη, τόνος στους Στωικούς. Να μας ειπούν οι κάθε λογής έλληνες επιστήμονες τι τους λέει η λέξη ψυχρά φλογί στον Πίνδαρο, μεταβάλλον αναπαύεται στον Ηράκλειτο, δακρυόεν γελάσασα στον Όμηρο, χαλεπώς μετεχείρισαν στο Θουκυδίδη. Να μας ειπούνε, πόσοι φιλόλογοι, έξω από τα σχολικά κολλυβογράμματα έχουν διαβάσει στο πρωτότυπο τρεις διαλόγους του Πλάτωνα, δύο Νεμεόνικους του Πινδάρου, την Ωδή στην αρετή του Αριστο-τέλη, έναν Ομηρικό Ύμνο. (Και αυτό δεν είναι ραψωδία). Και για να μας πιάσει τεταρταίος και καλπάζουσα, να μας ειπεί ποιός γνωρίζει και διδάσκει από τους ειδικούς προφεσσόρους στα πανεπιστήμια ότι οι τρεις τραγικοί ποιητές μας στη βάση τους είναι φυσικοί επιστήμονες, ότι στη διάλεξή του για την αρετή ο Πλάτων έκαμε στους ακροατές του ένα μάθημα γεωμετρίας, ότι η Ακρόπολη των Αθηνών είναι δωρικό, και όχι ιωνικό καλλιτέχνημα, ότι η διδασκαλία τραγωδίας στον θέατρο ήταν κήρυγμα από άμβωνος ότι η θρησκεία των ελλήνων ήταν αισθητική προσέγγιση των φυσικών φαινομένων.

Δεν νομίζω, αναγνώστη μου, ότι σε όλα αυτά τα επίπεδα η έρευνά μας θα δώσει ποσοστά γνώσης και κατοχής σε βάθος του κλασικού κόσμου από τους νεοέλληνες που να υπερβάινουν τους δύο στους χίλιους. Τι φωνάζουμε τότε, και φουσκώνουμε, και χτυπάμε το κούτελο στο μάρμαρο ότι είμαστε έλληνες; Για το θεό δηλαδή. Παράκρουση και παραφροσύνη.

 

Το πλήθος τον σκουντά, τον σέρνει, τον βροντά,

Κι όταν πια τέλεια σαστισμένος. Τι είναι η τρέλλα αυτή; ρωτά,

ένας του ρίχνει κι αυτουνού τη γιγαντιαία ψευτιά

του παλατιού – στην Ελλάδα ο Αντώνιος νικά.

 

Δεν ενίκησε ο Αντώνιος στο Άκτιο της Ελλάδας. Ο Οκταβιανός ενίκησε, και τη Νικόπολη έχτισε.

Θα μου ειπείτε:

-Μήπως οι ευρωπαίοι γνωρίζουν σε τέτοιο βάθος την αρχαία Ελλάδα;

Θα σας πω:

-Όχι. Αλλά οι ευρωπαίοι δεν καυχιούνται ότι είναι έλληνες, όπως εμείς. Καυχιούνται ότι είναι γάλλοι, και ιταλοί και βέλγοι.

Γιατί αυτό είναι στην ουσία της η αρχαία Ελλαδα. Δεν είναι τα πασουμάκια του Ηρακλή στο παλάτι της Ομφάλης. Ούτε ο Οδυσσέας με το παλούκι του στη σπηλιά του Κύκλωπα. Η αρχαία Ελλάδα είναι ένας πολιτισμός ασύγκριτος. Μια κοσμοθεωρία πλήρης. Ένας τρόπος ζωής ολοκληρωμένος και τέλειος. Είναι η πιο κοντά στη φύση και στη φυσική αϊδιότητα κοινωνία, που έσωσε να δημιουργήσει ο άνθρωπος.

Δεν είναι τυχαίο που λέξεις ελληνικές, όπως μουσική, θέατρο, οργασμός, φιλοσοφία, μαθηματικά, φυσική, δημοκρατία, γεωμετρία, πολιτική, περάσανε σε όλες τις γλώσσες των εθνών του ΟΗΕ σήμερα. Και με τις λέξεις αυτές ζουν και δηλώνουν τις βαθύτερες ουσίες του ανθρώπινου βίου τα δισεκατομμύρια του πλανήτη. Δεν είναι τυχαίο, που όχι μόνο ο πλανήτης αλλά και ο ουρανός, το σύμπαν ολόκληρο αίναι κατάσπαρτο με τις ελληνικές λέξεις και με τα ελληνικά γράμματα που ονομάζουν διεθνώς τους αστερισμούς, και τους φωτεινότερους αστέρες του κάθε αστερισμού. Κοίτα πρόχειρα το εξώφυλλο της Γκέμμας. Όχι. Δεν είναι καθόλου τυχαίο. Εκείνο που είναι τυχαίο, είναι πως ο λαός που κατοικεί σήμερα στη χώρα που παλαιά την εκατοίκησαν οι έλληνες, ονομάζουνται έλληνες. Η έρευνά μας έδειξε ότι μόνο έλληνες δεν είναι. Γιατί τους έλληνες ούτε τους βλέπουν ούτε τους γνωρίζουν.

Φεύ, και παπαί, και ουαί, και αλλοί. Φελλάχοι, και παπούας, και βουσμάνοι, και αλήδες.

 

Από το Ελληνικό ερχόμαστε στο Εβραίικο. Ερωτάμε το ίδιο στατιστικό δείγμα, το ευρύ και το πλήρες, αν έχουν ακουστά τα ονόματα Μωϋσής, Αβραάμ, Ησαϊας, Ηλίας με το άρμα, Νώε, Βαφτιστής, Εύα η πρωτόπλαστη, Ιώβ, ο Δαναήλ στο λάκκο, η Σάρα που γέννησε με εξωσωματική. Και όχι μόνο τα ονόματα, αλλά και τις πράξεις ή τις αξίες που εκφράζουν αυτά τα ονόματα.

Υπάρχει γριά στην επικράτεια που να μην ξεύρει τούτους τους εβραίους; Δεν υπάρχει ούτε γριά, ούτε ορνιθοκλόπος στις Σποράδες, ούτε κλεφτογιδάς στην Κρήτη. Εδώ τα ποσοστά αντιστρέφουνται. Στους χίλιους νεοέλληνες τα ναι γίνουνται ενιακόσια τόσα, και τα όχι δύο. Και δεν ξεύρουν μόνο τα ονόματα, αλλά είναι έτοιμοι να σου κάνουν αναλύσεις στην ουνιβερσιτά και στην ακαντέμια για τις ηθικές και άλλες αξίες που εκφράζει το κάθε όνομα.

Το ίδιο συμβαίνει και για φράσεις όπως Προς Κολασσαείς, Προς Κορινθίους, Εκ του κατά Λουκάν.Εδώ μάλιστα μεγάλος αριθμός νεοελλήνων ξεύρει απόξω ολόκληρα χωρία και περικοπές. Μόνο που συμβαίνει κάποτε να ακούσετε τους ψαλτάδες στις εκκλησίες το Χριστός Ανέστη να το ψέλνουν, όπως εκείνος ο απόστρατος χωροφύλακας του Παπαδιαμάντη μας:

 

Κστό – μπρε – Κ’στος ανέστη

εκ νεκρών θανάτων

θάνατον μπατήσας

κ’ έντοις – έντοις - μνήμασι

ζωήν παμμακάριστε

 

Και τα άλαλα τα χείλη των ασεβών,

 

Άλαλα τα χείλη, οι κερατάδες.

 

Και δόστου να το γυρίζουν άλλοτε στον αμανέ και άλλοτε στο κλέφτικο.

Το ίδιο συμβαίνει, αν τους ειπείς για τόπους όπως Ιορδάνης, Γαλιλαία, Γεσθημανή (sic), Όρος Σινά, Καπερναούμ. Τιβεριάς. Αν όμως τους ειπείς για Βάσσες ή Φιγαλία, για Αργινούσες ή Πλημμύριον, για Περίπατο ή Κήπο (περιπατητικοί, επικούρειοι), σου απαντούν, όπως ο Μακρυγιάννης. Όταν είδε το Σκούρτη και τους άλλους ναυάρχους στα όρη να οδηγούν σε μάχη τους στρατιώτες του Νικηταρά με ναυτικά παραγγέλματα:

 

-Τι όρτζα, πόρζα, και γαμώ το καυλί του μας λέει ο κερατάς;

 

Το ίδιο συμβαίνει, αν ζητήσεις να σου αναλύσουν την επί του Όρους Ομιλία, ή να σου τραβήξουνε διάλεξη περί νηστείας, περί προσευχής, περί του «Δεύτε οι ευλογημένοι....». Ο κάθε νεοέλληνας εδώ είναι πτυχιούχος και ειδήμονας. Είναι κληρονόμος και καθηγητής. Ξέρει να ταϊσει άχυρα το σκυλί του, και κόκαλα το γαϊδούρι του. Γνώση και πίστη και σοφία, που να ιδούν τα μάτια σου και να μην πιστεύει ο νους σου.

 

Ήρθε τις προάλες φίλος καλός στην εξοχή, γιατρός από τη Μυτιλήνη, και ρωτούσε τη γυναίκα μου, αν εγνώριζε κανέναν αγιογράφο.

-Τι να τον κάμεις; του λέει.

- Να μου ζωγραφίσει μιαν άγια Πηνελόπη για την πεθερά μου, να τη χαρίσω στην ονομαστική της γιορτή.

- Και γιατί δέν της ζωγραφίζεις «την κυρά – Πηνελόπη με την ηλακάτη», που λέει ο πατριώτης σου ο Ελύτης; τον έκοψα γκιμένος.

-Τι ; μου κάνει.

-Ναι, γιατρέ μου. Την Πηνελόπη του Ομήρου, την ελληνική. Δεν ξεύρεις αυτή την περίφημη νοητική εποπτεία της παγκόσμιας ποίησης;

Με κοίταξε, γούρλωσε το μάτι, και λέει.

- Όταν είπα στην πεθερά μου πως θα της φέρω την αγία Πηνελόπη, έκαμε δύο μέρες να κοιμηθεί από τη συγκίνηση. Και εσύ μου λες τώρα για Πηνελόπη και μνηστήρες;

-Να τη χαίρεσαι κι εκείνη και τον ύπνο σου, εβραίε και ανέλληνα, του είπα. Παρά που σ’ αγαπώ. Και μάλιστα πολύ.

 

Άλλο.

 

Ένας παπάς, και κρητικός μάλιστα, στη μητρόπολη Κορίνθου, με κοίταζε κάποτε γλαρωμένος.

-Τι βλέπεις παπά;

-Έχω ένα όραμα, μου λέει. Να μαζέψω κάποτες λεφτά από τους ομογενήδες. Να σηκώσω εδώ στον Ισθμό, μπαίνοντας στο Μοριά να το βλέπουν ούλος ο κόσμος, ένα άγαλμα του απόστολου Παύλου. Ίσαμε πενήντα πήχες ψήλος, και βάλε.

-Σαν το άγαλμα της ελευθερίας ε; του κάνω.

- Έτσι μου λέει. Κι όλο έπαιρνε φωτιά.

-Και γιατί του Παύλου, δηλαδή; Και τόσο πελώριο.

-Μα.... για τις Προς Κορινθίους ντε!

-Τον ξέρεις τον Κολοσσό της Ρόδου; τον ερωτώ.

-Ναι. Τέτοιονε θέλω και τον Παύλο.

-Τον Κολοσσό του Μαρουσιού τον ξέρεις;

-Εννοείς το βιβλίο για τον Κατσίμπαλη; Το ξέρω.

-Τον κώλο του Μαρουσιού, παπά, τον ξέρεις;

- ....;

-Άστα αυτά, του λέω. Είναι της αριστερής διανόησης.

-Εμ λέω και εγώ. Γι’ αυτό δεν τον ξέρω. Μου απαντάει.

-Γιατί, βρε αρκουδόπαπα, ξέσπασα, δε στήνεις ένα άγαλμα του Νικηταρά ή του Κολοκοτρώνη, που μας λευτερώσανε και είδαμε μοίρα στον ήλιο; Και να το κάμεις ψηλό και βαρύ ωσάν τον Ακροκόρινθο που βλέπεις αντίκρια σου; Όπως θα ταίριαζε στους παλικαράδες μας; Μόνε που θέλεις τον εβραίο. Δεν ξέρεις ότι με τους εβραίους οι έλληνες είμαστε η φωτιά με το νερό; Όχι από εθνικό μίσος, όπως με άλλους, αλλά από αντιπαράθεση κοσμοθεωριών; Δεν άκουσες ποτέ την ιερή βρισιά του λαού μας: «Γαμώ τον εβραίο σου!» Δεν άκουσες ποτέ το δημοτικό μας τραγούδι,

Και κείνη η σκύλα η άνομη, Οβρέσσας θυγατέρα;

Άειντε καημένε μου. Που να ζεις και να είσαι. Κι είσαι κι από τα χωριά του Ερωτόκριτου, και του Βενιζέλου.

 

Μ’ ένα λόγο, ο μέγας και ο βαθύς εβραίικος πιλιτισμός –δεν ειρωνεύομαι, κυριολεκτώ- μέσα από τη χριστιανική του μετάλλαξη, κι αυτή πια δεν είναι ούτε μεγάλη ούτε βαθιά, πέρασε ως το μυελό των οστών και στη διπλή σπείρα του DNA όλων των νεοελλήνων.

Ένα μόνον δεν γνωρίζουν. Ότι ο σπουδαίος αυτός πολιτισμός είναι εντελώς αντίθετος με τον πολιτισμό της κλασικής Ελλάδας. Το αρνί και ο λύκος. Ο πάμφωτος ναός της Αφαίας στην Αίγινα, και το μονύδριο της αγίας Ελεούσας στο νησί της λίμνης των Ιωαννίνων, με την αγράμματη καλόγρια που κυνηγά τις έγκυες και τις λεχώνες, γιατί `ναι μαγαρισμένες, λεέι.

Αλλά δεν είναι εδώ ο καιρός και ο τόπος για τέτιες εξηγήσεις. Το θηρίο το καταπάλαιψα σε άλλες εκστρατείες. Ήμουν και εγώ στον πόλεμο τοξότης που ξαστόχησε, λέει ο ποιητής.

Τέτοια λογής αποτέλεσμα θα μας δώσει η στατιστική έρευνα στον πληθυσμό της χώρας αναφορικά με την απόδραση του Ελληνικού, και την επίδραση του Εβραίικου. Στην επιφάνεια και στον τύπο και στο όνομα είμαστε έλληνες. Στο βυθό όμως και στην ουσία και στην ύλη είμαστε εβραίοι.

Και μην μας παραπλανά το απλοϊκό δικηγοριλίκι, που κανοναρχούν ιεροκήρυκες και ιερολόγοι, ότι τάχατες άλλο εβραίοι κι άλλο χριστιανοί. Άλλο ορθόδοξοι κι άλλο ρωμαιοκαθολικοί. Ο ισχυρισμός αυτός είναι δόλιο σόφισμα, και αφέλεια ξεχειλωμένη.

Όσοι λένε τούτη την παλαβομάρα, είναι σα να λένε: Άλλο εταίρα κι άλλο πουτάνα. Μα σε σεμνεία δουλεύουνε και οι δύο. Άλλο δρομέας κι άλλο δισκοβόλος. Μα αθλητές είναι και οι δύο. Άλλο λέμφωμα, άλλο λευχαιμία, κι άλλο νεοπλασία του λάρυγγα. Μα καρκίνοι είναι όλοι τους. Και κακά σπυριά, που σκοτώσανε Καβάφη και Φρόυντ.

Οι νεοέλληνες εκρατήσαμε το σχήμα από τους έλληνες . Η μάζα όμως, το m που λένε οι φυσικοί, είναι καθαρά εβραίικη. Και ο χώρος, το spatium ή s που λένε οι φυσικοί, μέσα στον οποίο συντελέστηκε η αφελλήνιση των ελλήνων είναι τό χριστιανικό βυζάντιο. Και ο χρόνος ο tempus ή το t που λένε οι φυσικοί, που στη διάρκειά του συντελέστηκε ο εξεβραϊσμός των ελλήνων είναι από τον καιρό του Θεοδόσιου μέχρι σήμερα.

Ο Θεοδόσιος εγκρέμισε τους ναούς, έσπασε τα αγάλματα, έκλεισε το στάδια, τα θέατρα, τα ελληνικά σχολεία. Όλες τις πηγές που ποτίζανε την ελληνική αντίληψη ζωής. Γι’ αυτό τον εβαφτίσανε Μέγα. Όπως εβαφτίσανε Μέγας κι τον προαγωγό του, με τη διπλή σημασία η λεξη, τον Κωνσταντίνο. Τον καίσαρα που έσφαξε τη γυναίκα του και το γιό του. Και τους εβάφτισαν Μέγας, εκείνοι που εβάφτισαν Μέγας και τους Αθανάσιους, τους Βασίλειους, και όσους τέτοιους. Όλοι τους γκρεμιστάδες, παραχαράκτες, αλάριχοι, βάνδαλοι της ελληνικής ιδέας.

Η άλλη φωνή, που λέει ότι τίποτα δεν εσήμαιναν ετούτες οι φρικαλεότητες των χριστιανών κατά των ελλήνων, για όσους δεν εξεφτίσανε σε εβραιοέλληνες αλλά έμειναν ελληνοέλληνες, έρχεται από πολύ μακρυά και την ακούνε λίγοι:

 

Γιατί τα σπάσαμε τ’ αγάλματά των,

γιατί τους διώξαμεν απ’ τους ναούς των,

διόλου δεν πέθαναν γι’ αυτό οι θεοί.

 


 

Καβάφης είν’ αυτός, αναγνώστη μου, δεν είναι σαράφης.


Ούτε Βούδας και Κούδας. 

Και το ποίημα λέγεται Ιωνικόν.

Δεν λέγεται Χερουβικόν.

 

Ο κακουργημός και η εξόντωση του κλασικού έλληνα από τον εβραιόφρονα χριστιανό εκράτησε από το Θεοδόσιο ως την αυγούστα Ευδοξία. Ως το 843 που έγινε η επίσημη αναστύλλωση των εικόνων.

Η γιορτή της ορθοδοξίας που γιορτάζεται κάθε χρόνο από τότε, στο έμπα της άνοιξης!, πολύ λαμπρά και με την παρουσία όλης της επιφάνειας του κράτους, ως και οι ξένοι πρεσβευτάδες!, στο θετικό της συμβολίζει το θρίαμβο των χριστιανών. Στο αρνητικό της όμως δηλώνει την τελική κατακρεούργηση κάθε Ελληνικού. Είναι η ταφόπετρα της ελληνικής ιδέας.

 

Η τελευταία αντίσταση του μετρημένου «έλληνα» στο ασιατικό τέρας ήταν ο Λέων Γ΄ο ΄Ισαυρος. Εξύπνησε ο άνθρωπος ένα πρωί, και είδε το μισό πληθυσμό της χώρας τουρλωτούς παπάδες και παχυμουλαράτους καλόγερους. Τότε, σαν το Χριστό με το φραγγέλιο, σήκωσε αυτό που το λένε Εικονομαχία. Και ετελείωσε με το χαμό του φωτός και το σωσμό του σκότους. Με την Κυριακή της Ορθοδοξίας, ή την ταυτότητα του νεοέλληνα.

Έλληνες λοιπόν στο δέρμα. Και εβραίοι στα κόκαλα και στο αίμα, στην καρδιά, στα άντερα και στη χολή. Ιδού το κλειδί, η αιτία, ο λόγος της εθνικής σχιζοφρένειας.

 

Πίσω από τα Σκόπια, από το Αιγαίο, τις Ολυμπιάδες, την Κύπρο, πίσω από τους κατσιβελισμούς, Μεταξάδες και Παπαδοπουλέους, πίσω από μαρίκες και μιμίκες και κατσίκες, και κοσκωτάδες και σκατάδες, πίσω από κορυδαλούς και κοριούς και καθάρσεις και λοιμοκαθαρτήρια, πίσω από ρουσφέτια και βιλλαέτια και κασαβέτια, βρίσκεται η εθνική μας σχιζοφρένεια. Αυτή απεργάστηκε την εθνική πόλωση, και την εθνική αταυτότητα.

 

Στο χωριό των χιλίων κατοίκων του πλανήτη μας σήμερα οι δύο έλληνες πηδοκοπούν κατά μπροστά, κι έχουν βιδωμένο το κεφάλι να βλέπει κατά πίσω. Τους κοιτάνε οι ξένοι, ανοίγουν διάπλατα το μάτια, και τους προγκάνε.

 

-Στραβομάρα και πάλαβρα. Βρε ούστ!

 

Το σχόλιό σας

Αναζήτηση
Προηγούμενα Άρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις